ΜΕΡΟΣ 4
Το επόμενο πρωί, δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου το βίντεο.
Η φωνή του συζύγου μου.
Ο τρόπος που κοιτούσε συνεχώς πίσω του.
Και κυρίως εκείνη η φράση:
«Αν το βλέπεις αυτό, σημαίνει ότι δεν πρόλαβα να σου πω την αλήθεια.»
Ποια αλήθεια;
Γιατί είχε κρύψει το τηλέφωνο μέσα στην παλιά εργαλειοθήκη;
Και γιατί μου είχε ζητήσει τόσες φορές να μην την πετάξω ποτέ;
Πήρα ξανά το τηλέφωνο και άνοιξα τη λίστα των αρχείων.
Υπήρχαν δεκάδες βίντεο.
Τα περισσότερα ήταν μικρά και φαινομενικά ασήμαντα. Κάποια είχαν τραβηχτεί μέσα στο σπίτι. Άλλα στο αυτοκίνητό του. Υπήρχαν όμως και αρκετά που είχαν καταγραφεί τις τελευταίες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του.
Ένα από αυτά είχε ημερομηνία τρεις ημέρες πριν πεθάνει.
Το άνοιξα.
Ο άντρας μου καθόταν μέσα στο αυτοκίνητό του.
Το πρόσωπό του ήταν χλωμό.
«Δεν ξέρω ποιον μπορώ να εμπιστευτώ», είπε.
Έπειτα έβγαλε έναν φάκελο από το ντουλαπάκι.
«Αν συμβεί κάτι σε μένα, αυτός ο φάκελος πρέπει να φτάσει στη γυναίκα μου.»
Πάγωσα.
Η κάμερα μετακινήθηκε ελαφρά.
Και τότε είδα κάτι στο πίσω κάθισμα.
Ένα δεύτερο τηλέφωνο.
Δεν το είχα ξαναδεί ποτέ.
Σταμάτησα το βίντεο.
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.
Ο σύζυγός μου είχε ένα δεύτερο τηλέφωνο.
Και δεν μου το είχε πει ποτέ.
Έψαξα τα υπόλοιπα βίντεο.
Σε ένα από αυτά, τον είδα να μιλάει με έναν άντρα μπροστά από ένα παλιό καφέ.
Δεν μπορούσα να ακούσω καθαρά τη συζήτηση.
Όμως στο τέλος, ο άγνωστος άντρας του έδωσε ένα μικρό κλειδί.
Ο σύζυγός μου το πήρε και είπε:
«Θα το κρατήσω ασφαλές.»
Το βίντεο τελείωσε.
Κοίταξα την οθόνη για αρκετά δευτερόλεπτα.
Τότε θυμήθηκα κάτι.
Μετά την κηδεία, ένας από τους παλιούς συνεργάτες του συζύγου μου είχε έρθει κοντά μου.
Μου είχε πει:
«Αν ποτέ βρεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις, ψάξε στο γραφείο του.»
Τότε είχα θεωρήσει ότι ήταν απλώς ένας τρόπος να με παρηγορήσει.
Τώρα δεν ήμουν πλέον τόσο σίγουρη.
Πήγα στο παλιό του γραφείο.
Άνοιξα τα συρτάρια ένα προς ένα.
Τίποτα.
Βιβλία.
Έγγραφα.
Παλιές αποδείξεις.
Μερικές φωτογραφίες.
Και τότε παρατήρησα κάτι.
Ένα από τα ράφια ήταν ελαφρώς μετακινημένο.
Το τράβηξα.
Πίσω του υπήρχε ένας μικρός μεταλλικός πίνακας.
Και πάνω του υπήρχε μια κλειδαριά.
Έβγαλα από την τσέπη μου το μικρό κλειδί που είχα δει στο βίντεο.
Τα χέρια μου έτρεμαν.
Το κλειδί ταίριαξε.
Η πόρτα άνοιξε.
Μέσα υπήρχε ένας λεπτός φάκελος.
Πάνω του ήταν γραμμένο το όνομά μου.
Μόνο το όνομά μου.
Τον άνοιξα.
Στην πρώτη σελίδα υπήρχε μια ημερομηνία.
Τρεις εβδομάδες πριν από τον θάνατό του.
Και ακριβώς από κάτω, μια πρόταση που με έκανε να καθίσω.
«Η γυναίκα μου δεν γνωρίζει ότι κινδυνεύει.»
Συνέχισα να διαβάζω.
Ο σύζυγός μου είχε ανακαλύψει ότι κάποιος χρησιμοποιούσε τα στοιχεία της εταιρείας του για να μεταφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά.
Στην αρχή πίστευε ότι ήταν απάτη.
Μετά όμως βρήκε αποδείξεις.
Κάποιος μέσα στην εταιρεία είχε πρόσβαση στους λογαριασμούς.
Και το χειρότερο;
Οι μεταφορές είχαν γίνει χρησιμοποιώντας στοιχεία που συνδέονταν και με εμένα.
Αν η υπόθεση έβγαινε στην επιφάνεια, θα μπορούσα να κατηγορηθώ για κάτι που δεν είχα κάνει.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Τότε βρήκα μια δεύτερη σελίδα.
«Δεν της το είπα γιατί φοβάμαι ότι την παρακολουθούν.»
Κοίταξα προς το παράθυρο.
Για πρώτη φορά, ένιωσα ότι κάποιος μπορεί πραγματικά να με παρακολουθεί.
Τότε το τηλέφωνο χτύπησε.
Άγνωστος αριθμός.
Δεν απάντησα.
Χτύπησε ξανά.
Και ξανά.
Τελικά, ένα μήνυμα εμφανίστηκε στην οθόνη.
«Σταμάτα να ψάχνεις.»
Έμεινα ακίνητη.
Ένα δεύτερο μήνυμα ήρθε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα.
«Ο άντρας σου δεν πέθανε τυχαία.»
Κοίταξα το βίντεο στην οθόνη.
Και τότε κατάλαβα.
Το τελευταίο βίντεο δεν ήταν απλώς ένα αποχαιρετιστήριο μήνυμα.
Ήταν προειδοποίηση.
Και κάποιος ήξερε ότι είχα βρει το τηλέφωνο.

0 comments:
Post a Comment